Ο Μποδοσάκης, μεγάλος και τρανός επιχειρηματίας, έφτιαχνε κοντά στα μεταλλεία που είχε, χωριά με σπιτάκια που παραχωρούσε στους εργαζόμενους και φρόντιζε για όλες τις άλλες ανάγκες των κατοίκων, όπως σχολεία, εκκλησία κλπ
Εγώ έζησα τέσσερα χρόνια στο χωριό που είχε φτιάξει στα μεταλλεία του, στον κόλπο της ΕΡΜΙΟΝΗΣ.
Ανθρωπογεωγραφία πολύ ενδιαφέρουσα και παράξενη αφού εκεί εύρισκες αστούς, επαναπατρισθέντες ρωσοπόντιους, εργάτες και τεχνίτες από όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας, πομάκους και πολλούς νησιώτες κυρίως από την Σέριφο.
Όλοι ξένοι μεταξύ μας σιγά-σιγά δημιουργήθηκε ο ιστός της κοινωνικής και συναισθηματικής επαφής με όλες τις παθογένειες, ζήλιες, εχθρότητες, έρωτες και καλοσύνες.
Όλα τα σπίτια μετά από λίγο καιρό απόκτησαν ρίζες στις καρδιές αυτών που τα κατοικούσαν. Αυτό μαρτυρούσαν τα γιασεμιά, τα νυχτολούλουδα και οι βασιλικοί που τα στόλιζαν, οι καθαρές και νοτισμένες αυλές και τα καθίσματα έξω από τις εξώπορτες να ξεκουράζεται όποιος σίμωνε σ’ αυτά.
Ήλθε και μια οικογένεια όμως που ποτέ δεν μάθαμε ούτε από πού κρατούσε η καταγωγή της, ούτε έστω που κατοικούσαν πριν έλθουν εκεί.
Η οικογένεια είχε δυο γιούς τεχνίτες και δύο κόρες παντρεμένες που κατοικούσαν με τους άντρες τους σε διπλανά με τους γονείς τους διαμερίσματα.
Οι τρείς γυναίκες -μάνα με τις κόρες- όταν οι άνδρες των οικογενειών έφευγαν χαράματα για τα μεταλλεία σαν τα φαντάσματα σκούπιζαν κάποιες φορές τις αυλές τους και μετά δεν έβγαιναν αποφεύγοντας επαφές με το λοιπό γυναικομάνι που με θόρυβο, τραγούδια, φωνές και τσακωμούς πορεύονταν όλη τη μέρα.
Οι πέντε άνδρες της οικογένειας δεν είχαν επίσης πολλά -πολλά με κανένα, ούτε παρεούλες, ούτε κρασάκια ούτε πειράγματα.
Ψυχροί και απόμακροι, όμως πάντα τυπικοί και σωστοί στις δουλειές και τις υποχρεώσεις τους.
Και τα τρία σπίτια τους δεν είχαν κουρτίνες σε κανένα παράθυρο και έτσι και εμείς τα παιδιά βλέπαμε τα πάντα μέσα στα σπίτια αυτά, που τη νύχτα όμως έκλειναν ερμητικά τα παντζούρια είτε χειμώνας ήταν είτε καλοκαίρι.
Μέσα σ’ αυτά έβλεπες θλιβερά και άδεια μόνο ένα τραπέζι με γύρω-γύρω τέσσερις καρέκλες, τα κρεβάτια τους με τα χράμια που σκεπάζονταν καλά διπλωμένα και τα λιγοστά ρούχα που φόραγαν κρεμασμένα σε δύο πρόκες που είχαν για κρεμάστρες πίσω απ’ την πόρτα στις κουζίνες τους.
Ποτέ δεν θυμάμαι να βγαίνουν απ’ τα σπίτια αυτά οι μυρωδιές των φαγητών τους λες και δεν έτρωγαν. Οι δύο κόρες με τους άνδρες τους ποτέ δεν βγήκαν όπως τα άλλα νεαρά ζευγάρια βόλτα στην παραλία. Ούτε στα τέσσερα αυτά χρόνια απόκτησαν παιδιά.
Ποτέ δεν τους ξέχασα αυτούς τους ανθρώπους διότι πάντα με τρόμαζε η τόση αντοχή τους να αρνούνται κάθε σύνδεση με ανθρώπους και πράγματα, να ζουν σαν περαστικοί που απλά έκαναν μια στάση εκεί.
Ψυχαναλυτικές ερμηνείες πολλές μπορούν να δοθούν όμως δεν παύει η έλλειψη ανάγκης σύνδεσης να είναι και μία μορφή νίκης στο θάνατο, τον οποίο φοβόμαστε κυρίως διότι μας αποκόβει από όλα τα αγαπημένα που συνδεόμαστε.




