Κάθε χρόνο την άνοιξη ένα τσούρμο γύφτοι κατέληγαν με τα συμπράγκαλά τους στην άκρη του χωριού, σε ένα μεγάλο πλάτωμα.
Έστηναν τις σκηνές και άρχιζε το μαρτύριο του χωριού.
Φτωχό το χωριό δεν χώραγε και τους γύφτους. Πεινασμένοι και λεροί δεν άφηναν τίποτα όρθιο. Φόβος και τρόμος για τα πουλερικά και τα ζωντανά. Άσε που είχαν και το φόβο ότι θα άρπαζαν και κανένα μικρό.
Εμείς μαζευόμασταν σε ένα υψωματάκι και τους χαζεύαμε όλα μαζί για να νοιώθουμε ασφάλεια. Το τι γινόταν στο πλάτωμα απ’ τους γύφτους δεν περιγράφεται. Ένας χαμός.
Τα μικρά βρώμικα, ξυπόλυτα και μισόγυμνα να περιφέρονται και να κλαίνε πεινασμένα, οι γύφτισσες να ξεφυσάν και να αγκομαχάν να μαγειρέψουν και να συμμαζέψουν, ταυτόχρονα δε να ρίχνουν και ξύλο στα μικρά τους και οι γύφτοι να πλέκουν καρέκλες και κοφίνια.
Το χειρότερο ήταν όταν τσακώνονταν και έπεφτε μεταξύ τους άγριο ξύλο.
Οι γύφτοι τα μαλώματα τα ‘χουν για πανηγύρια, λένε, και είναι αληθινό.
Εκεί τα βραδάκια που μαζεύονταν και τους άκουγες να τραγουδούν ξαφνικά γυναίκες και παιδιά γίνονταν δύο στρατόπεδα και στη μέση δύο άντρες να κυλιούνται σαν μοσχάρια και να κοπανιούνται αλύπητα.
Οι γυναίκες των δύο στρατοπέδων μαλλιοτραβιόντουσαν κι αυτές για συμπαράσταση και η κατάρα πήγαινε σύννεφο.
Αφού έπεφτε το ξύλο της αρκούδας μετά από λίγο πάλι τους έβλεπες όλους μαζί να τρώνε και να κάνουν παρέα.
Τι να πεις…. όπου φτωχός κι αμόρφωτος και η μοίρα του.




