Στην πλατεία ,
γύρω απ την εκκλησιά ,
νοιώθεις τούτη
την άνοιξη να σε πληγώνει.
Στις νεραντζιές τ άνθη ,
δειλά ανοίγουν,
Κι ένα φεγγάρι ,
χλωμό , φοβισμένο.
Μόνο το θρόισμα
των φύλλων σε λυτρώνει,
σ άλλες εποχές σε πάει.
Τότε που ζούσες με χώμα
, νερό ,ήλιο κι αέρα.
Γεμάτη όμως η ψυχή χρώματα,ήχους, παραμύθια.
Πού πήγαν όλα
αυτά , γιατί χαθήκαν.
Αυτό το θρόισμα των φύλλων,
το μόνο ταξίδι της ψυχής μας ,
την άνοιξη τούτη τη χαμένη .
ΜΝ




