Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΑΤΑ
( Αφιερωμένο στη Φλόρα, τον Μπρούνο και την Μίτσι )
……*…..
Η θειά Φρόσω, μια ηλικιωμένη χήρα αγρότισσα, έμενε σε ένα απόμερο σπιτάκι του χωριού με τα τρία της εγγονάκια, που της τα είχε εμπιστευτεί ο μονάκριβος γιός της, όταν αυτός και η γυναίκα του και μητέρα των παιδιών έφυγαν για τη Γερμανία ως μετανάστες.
Η γιαγιά ανέλαβε χωρίς να βαρυγκωμήσει την επιμέλεια των μικρών, μιας και καταλάβαινε την πιεστική οικονομική ανάγκη του γιού και της νύφης της να δουλέψουν στα ξένα για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Και το έκανε με ευχαρίστηση, γιατί αγαπούσε και συμπονούσε τα μικρά και ήξερε πως να παιδοκομεί και πως να διαχειρίζεται ακόμα και τους ισχνότερους πόρους για να συντηρεί μια μικρή οικογένεια στο ορεινό και άγονο χωριό τους.
Όταν το ζευγάρι θα κατάφερνε να ορθοποδήσει στη Γερμανία θα ερχόταν να πάρει τα παιδιά μαζί του. Μέχρι τότε θα έστελνε εμβάσματα από την Γερμανία, όποτε μπορούσε, για την οικονομική στήριξη της γιαγιάς και των παιδιών.
Τον πρώτο χρόνο της αποδημίας έφτασαν στο χωριό λίγα εμβάσματα συνοδευόμενα από τσαλακωμένες λιγόλογες επιστολές ή καρτ ποστάλ, με τυπικό περιεχόμενο, «Είμαστε καλά και ευχαριστημένοι, σύντομα θα γυρίσουμε», ή «Να είστε καλά και να προσέχετε, κάντε λίγο ακόμα υπομονή».
Τον δεύτερο χρόνο πλησίαζαν Χριστούγεννα και ούτε έμβασμα ούτε ορφανή επιστολή δεν έλεγε να φανεί από τον Σεπτέμβρη. Η Φρόσω δεν είχε άλλο εισόδημα και δεν μπορούσε λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας να εργαστεί σε σκληρές αγροτικές δουλειές, όπως ήταν τότε το μάζεμα της ελιάς. Αναγκαστικά διακόνευε λίγο γάλα για τα παιδιά από χωριανούς ή κατέβαινε, δυό ώρες σχεδόν δρόμο, μέχρι την κοντινότερη πελαγίσια σκάλα και σαν ερχόταν η τράτα με καλή ψαριά παρακαλούσε τους ψαράδες να της δώσουν λίγα ψαράκια δεύτερης διαλογής για να κάνει ψαρόσουπα στα ορφανά, όπως έλεγε. Σοφιζόταν διαρκώς διάφορους συνδυασμούς φυσικών τροφών πλούσιων σε βιταμίνες για να θρέψει τα εγγονάκια της. Το πολύ πρωί πήγαινε στο βουνό και μάζευε χόρτα με προτίμηση στα άγρια ραδίκια, ειδικά σταμναγκάθι, καθώς και χοχλιούς και τα μαγείρευε γιαχνί. Άλλες φορές βοηθούσε κάποιες γνωστές της χωριανές στο ζύμωμα και το φούρνισμα των ψωμιών, παίρνοντας αμοιβή μισό καρβέλι και άλειβε τις φέτες με μέλι ή λάδι, που οικονομούσε βοηθώντας στις κυψέλες του έναν μελισσοκόμο, μακρινό ξάδελφο της. Στον κήπο της καλλιεργούσε βλιταράκια και κολοκύθια πεντανόστιμα και μάζευε χαρούπια από μια χαρουπιά που είχε φυτρώσει μόνη της κι έφτιαχνε χαρουπόπιτα με φακοκεφτέδες και πλιγούρι. Είχε και δυο κοτούλες για να της κάνουν αυγά, αλλά είχαν σταματήσει από καιρό την ωοτοκία και λυπόταν να τις σφάξει.
Άλλα ζώα δεν είχε, αλλά διατηρούσε φιλία με μια γάτα μαυρόασπρη, άγρια και καπάτσα, σωστός σατανάς, που την επισκεπτόταν συχνά και την διασκέδαζε με τα καμώματά της. Καμιά φορά την φίλευε, αν είχε, και κανένα ψαράκι. Την είχε ονομάσει Ρίτσα και μόλις την φώναζε έτσι, αυτή εμφανιζόταν φουριόζα μέσα από κάτι χαλάσματα, που παλιά πρέπει να ήταν μύλος. Ζάχαρη και μέλι γινόταν η αγριόγατα με τη γιαγιά. Την κοίταζε βαθιά και επίμονα στα μάτια και μετά άρχιζε να ανακλαδίζεται και να συστρέφεται δείχνοντας την κοιλίτσα της και να κάνει τούμπες. Κάποιες φορές μάλιστα της έφερνε σαν δωράκια, κανένα ποντικάκι ή σαυρίδι που είχε πιάσει.
Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν σκληρός. Μέσα Δεκέμβρη οι τροφές στο σπίτι της Φρόσως είχαν σωθεί, και οι πηγές τους σπάνιζαν, ενώ δουλειές δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα. Παραμονή Χριστουγέννων η γιαγιά καθόταν στο κατώφλι της συλλογισμένη για την ανέχεια που τους βρήκε και δάκρυζε βουβά. Τότε ξεπρόβαλε μαγικά από το πουθενά η γάτα η Ρίτσα και άρχισε να στριφογυρίζει στα πόδια της διασκεδαστικά μέχρι που η Φρόσω γέλασε με την καρδιά της.
Ανήμερα των Χριστουγέννων το πρωί ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα και ένα σιγανό νιαούρισμα. Η γιαγιά άνοιξε γεμάτη περιέργεια την εξώθυρα και είδε στο κατώφλι της ένα πνιγμένο κουνέλι ζεστό ακόμα, ενώ σε απόσταση λίγων μέτρων στεκόταν η γάτα και την κοίταζε. Όταν η γιαγιά πήρε το κουνέλι και γύρισε προς το εσωτερικό της κατοικίας της, τότε μόνο αποφάσισε να απομακρυνθεί και η Ρίτσα. Το μεσημέρι η γιαγιά ετοίμασε ένα εορταστικό στιφάδο με κουνέλι και τα παιδιά ξετρελάθηκαν.
Μέχρι την Πρωτοχρονιά η γάτα είχε φέρει – πάντα νωρίς το πρωί – άλλα δύο κουνελάκια. Τα εγγονάκια ρωτούσαν που βρίσκει η γιαγιά τα κουνέλια που τους μαγειρεύει, αφού στην αγορά δεν κατέβαινε. Εκείνη τους είπε πως τα έφερνε η Παναγία για να μην πεινάσουν μιας και ήταν οι μέρες που γέννησε και η ίδια. Τους ζήτησε μάλιστα να προσευχηθούν για να την ευχαριστήσουν.
Περίεργη η Φρόσω για τα καμώματα της γάτας, ένα πρωινό πριν τα Φώτα αποφάσισε να την παρακολουθήσει από μακριά και την είδε που χώθηκε στο κτήμα ενός πλούσιου γείτονα. Αυτός εξέτρεφε πολλά ζώα για το κρέας ή το γάλα τους. Είχε πολλά πρόβατα και χοιρινά καθώς και κότες και ένα κονικλοτροφείο με δεκάδες κουνέλια, στην βορειοδυτική γωνιά της μάντρας του, περιφραγμένο με κοτετσόσυρμα. Μετά από λίγο η γριά είδε τη γάτα να πηδάει από τη μάντρα κρατώντας στο στόμα της ένα πνιγμένο κουνελάκι και να τρέχει γρήγορα στη φωλιά της, όπου είχε γεννήσει πριν τρεις μήνες δυο πανέμορφα λευκά κατσούλια συνεχώς πεινασμένα. Το μυστήριο λοιπόν λύθηκε αλλά η λύση του έπρεπε να κρατηθεί κρυφή, πράγμα που δεν έγινε τελικά δυνατό.
Ο ιδιοκτήτης του κονικλοτροφείου είχε χάσει πρόσφατα τον σκύλο του και αποφάσισε να επιθεωρεί ο ίδιος τακτικά την περιουσία του προτού αποκτήσει καινούργιο σκύλο φύλακα. Έτσι την επομένη του Αϊ Γιαννιού παρατήρησε ότι το κοτετσόσυρμα του κονικλοτροφείου του είχε σπάσει σε μια γωνιά και το πορτάκι, που είχε δημιουργηθεί, δεν φαινόταν αμέσως, γιατί το σπασμένο σύρμα είχε τραβηχτεί έτσι ώστε να κλείνει το κενό με εκπληκτική μαστοριά. Θορυβημένος μέτρησε τα κουνέλια του και βρήκε ότι έλειπαν έξι. Υποπτεύθηκε λοιπόν κάποιον κλέφτη ή κάποιο άγριο ζώο, ίσως αλεπού, αν και είχαν πολύ καιρό να εμφανισθούν αλεπούδες στο χωριό.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν ανήμερα του Άγιου Αθανασού. Καιροφυλακτώντας ο ίδιος, τα ξημερώματα, είδε την «φυσική αυτουργό» της κλοπής γάτα να πηδάει τη μάντρα με ένα πνιγμένο κουνελάκι στο στόμα της και να το αφήνει στο κατώφλι της θειάς Φρόσως. Εκείνη άνοιξε την πόρτα, κοίταξε δεξιά – αριστερά με προφύλαξη και πήρε το κουνέλι μέσα με μια γρήγορη κίνηση, αλλά έγινε αντιληπτή.
Η συνέχεια δόθηκε στο Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο της πρωτεύουσας του νομού. Ο Εισαγγελέας χαρακτήρισε την πράξη ως κλοπή κατ’ εξακολούθηση και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αφορούσε την παράνομη αφαίρεση επτά κουνελιών, τελεσθείσα από την ίδια την κατηγορουμένη ως φυσική αυτουργό, αφού ηθική αυτουργία δεν μπορούσε να νοηθεί, μιας και η γάτα δεν ήταν άνθρωπος για να έχει ποινική ευθύνη, ούτε και μπορούσε για τον ίδιο λόγο να υπάρξει ψυχική επικοινωνία με προτροπές και πειθώ μεταξύ της κατηγορουμένης και του ζώου, στοιχείο αναγκαίο στη σχέση μεταξύ ηθικού και φυσικού αυτουργού. Προκειμένου να στηριχθεί αυτή η κατηγορία η εισαγγελική αρχή έκανε τη νομική κατασκευή να θεωρήσει ότι η γάτα ήταν εκπαιδευμένη και κατευθυνόμενη από την κατηγορούμενη σε απόλυτο βαθμό, σαν ένα άψυχο όργανο που απλά προέκτεινε το εγκληματικό χέρι της δράστιδας, έτσι ώστε εκείνη μπορούσε να θεωρηθεί η πραγματική φυσική αυτουργός.
Η υπεράσπιση της Φρόσως αρνήθηκε ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια της γάτας και ότι την είχε εκπαιδεύσει να κάνει κλοπές. Αρνήθηκε επίσης όλες τις προηγούμενες κλοπές, εκτός από την τελευταία που ήταν αυτόφωρη. Σχετικά με αυτήν είπε ότι δεν γνώριζε την προέλευση του κουνελιού, το οποίο θεώρησε αδέσποτο και επομένως μπορούσε να κατηγορηθεί μόνο για παρασιώπηση ανεύρεσης απολωλότος κατά το τότε ισχύον άρθρο 376 ΠΚ. Σε κάθε περίπτωση προέβαλε ένσταση ότι το κουνέλι ήταν πολύ μικρής αξίας και ότι η πράξη τελέστηκε από ανάγκη άμεσης ανάλωσης από την ίδια και τα εγγονάκια της γιατί πεινούσαν. Άρα η πράξη έπρεπε να μείνει ατιμώρητη σύμφωνα με το άρθρο 377 παρ.1 του ΠΚ, όπως ίσχυε τότε.
Το δικαστήριο αθώωσε την κατηγορουμένη για τις έξι πρώτες κατ’ εξακολούθηση κλοπές κουνελιών ελλείψει αποδείξεων πέραν αμφιβολίας και για την έβδομη κλοπή δέχθηκε τον τελευταίο ισχυρισμό της υπερασπίσεως και κήρυξε την πράξη ατιμώρητη, λόγω συνδρομής ειδικού προσωπικού λόγου απαλλαγής στο πρόσωπο της κατηγορουμένης.
Το Πάσχα, που έπεφτε νωρίς εκείνη τη χρονιά, οι γονείς των παιδιών γύρισαν από τη Γερμανία οριστικά, με πολλά δώρα γι’ αυτά και τη γιαγιά και η οικογένεια επανενώθηκε.
Ένα όμως θλιβερό γεγονός σκίασε την ευφρόσυνη ατμόσφαιρα της εορτής. Την Μεγάλη Πέμπτη η σκανταλιάρα γατούλα η Ρίτσα σύρθηκε μέχρι το κατώφλι της αγαπημένης φίλης της, της Φρόσως, μαζί με τα γατάκια της, με σπασμούς και λερωμένη από εμετούς. Κάποιος είχε ρίξει φόλες στο χωριό και η Ρίτσα πλήρωσε την περιέργεια και το θράσος της με την ζωή της. Πριν ξεψυχήσει κοίταξε έντονα τη γιαγιά και μετά με το χεράκι της έδειξε τα δυο γατάκια της, που καταλάβαινε ότι θα μείνουν ορφανά και απροστάτευτα, απευθύνοντας έτσι μια τελευταία παράκληση να βρουν προστασία στο σπίτι εκείνο.
Πράγματι έτσι κι έγινε. Τα δύο ορφανά γατάκια, ο Μπρούνο, όπως φώναζαν το αρσενικό και η Ρένα, όπως έλεγαν το θηλυκό, μεγάλωσαν μέσα στο σπίτι της γιαγιάς, με τους ανθρώπους που τα αγαπούσαν και δεν ξέχασαν ποτέ την ευσπλαχνία της αδικοχαμένης μητέρας τους.
[ Τον πυρήνα της ιστορίας αυτής μου τον διηγήθηκε σε κάποιο μακρινό χωριό ένας φίλος δικηγόρος, συχωρεμένος τώρα, που ήταν το ένα από τα τρία εγγονάκια της γιαγιάς εκείνης, ένα βράδυ που με φιλοξένησε και σιγοπίναμε, καθώς χάιδευε την πλούσια γούνα ενός από τα εγγονάκια της Ρίτσας. Έτσι είπα κι εγώ να σας την διηγηθώ για να ξανασκεφθούμε τις σχέσεις μας με τους συγκατοίκους μας στον πλανήτη ετούτο, αλλά και μεταξύ μας …..]
Οκτώβρης 2024.
Αθανάσιος Δαββέτας.
Σημείωση Νομικών Τετραδίων
Ο Αθανάσικος Δαββέτας είναι επίτιμος πρόεδρος Εφετών ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων -ποιητής και συγγραφέας .το 2022 από τις εκδόσεις Ελκυστής κυκλοφορεί το βιβλίο του με τον τίτλο “ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΠΌ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΖΩΗ” και το 2025 από τις εκδόσεις ΟΤΑΝ το βιβλίο του με τον τίτλο “Πολύ σας αγαπήσαμε”





Πολύ καλό Θανάση
μου θύμισε πολύ έντονα την γραφή του Παπαδιαμάντη!!!!