Κόρη αστικής οικογένειας με ένα ωραίο πέτρινο αρχοντικό κάπου στα Πατήσια.
Εγώ παιδάκι τη γνώρισα στον ευρύτερο συγγενικό κύκλο.
Την έβλεπα κοκέτα Χριστούγεννα και Πάσχα στα τραπέζια που πηγαίναμε.
Παντρεμένη με αδελφό γαμπρού απ’ το σόι της μάνας μου.
Δηλαδή συγγένεια ανύπαρκτη.
Είχε δυο αγοράκια της ηλικίας μου τότε, τη δεκαετία του 1970.
Ώσπου κάποια Χριστούγεννα στα τραπέζια ήλθαν τα παιδάκια της μαραμένα με τον πατέρα τους μόνο και αυτός αξύριστος και παραιτημένος.
Καμία διάθεση για παιχνίδι τα παιδιά της και όλοι γύρω απ’ τον αξύριστο άντρα της Αντωνίας.
Να τον παρηγορούν
Να τον φροντίζουν
Στο παιδικό μυαλό μου
Ένας γρίφος
Τι συμβαίνει.
Κρυφάκουγα τους μεγάλους αλλά τίποτα.
Άκουγα μόνο τις λέξεις γύφτος και ντροπή.
Αυτές οι λέξεις έπαιζαν συνέχεια στα χείλια των γυναικών.
Έκτοτε δεν τους ξαναείδα,
Πέρασαν κάποια χρόνια και τέλος της δεκεαετίας του 1980 σε συγγενική ομήγυρη ακούστηκε το «η Αντωνία ξαναγύρισε στα παιδιά της»
Την είχα ξεχάσει.
Μεγάλη πια μου είπαν ότι είχε εγκαταλείψει παιδιά, σύζυγο και οικία για ένα γύφτο που της πουλούσε… πατάτες
Μου λύθηκε η παιδική απορία για τις λέξεις γύφτος και ντροπή. Αλλά ακόμη και σήμερα σκέφτομαι ότι και τη δεκαετία του 1970 πόσο ανατρεπτικά πράγματα συνέβαιναν… δίπλα μας… στα σπίτια μας, τα έκρυβαν όμως καλά κάτω απ’ το χαλί και τα ξόρκιζαν… κάτι σαν αρρώστιες ανίατες.
Διερωτάσαι όμως… όσο καλά και να καλύπτονταν… πως αφομοιώνονταν όλα αυτά … ειδικά απ’ τα παιδιά … όπως αυτά της Αντωνίας…
Τι να πρωτοσκεφτείς… την εγκατάλειψη των παιδιών, την απιστία, την συγχώρεση, τα τραύματα των παιδιών της.
Δεν τα ξαναείδα τα παιδιά της και δεν ξέρω τι τους συνέβη στην ζωή τους απ’ όλο αυτό, όμως πολύ θα ‘θελα να γνώριζα.




