Ήταν πολίτισσα, γέννημα θρέμμα. Στην Ελλάδα ήλθε με τα Σεπτεμβριανά και παντρεύτηκε τον πανύψηλο Τίμο που δούλευε σε βενζινάδικο. Αυτή ήταν η πιο κοντή γυναίκα που είχα δει ποτέ. Μου έκανε εντύπωση όταν τους είδα μαζί, διότι τον έφθανε λίγο πιο πάνω από τον γοφό του. Κοντή και με μικρά χαρακτηριστικά, μινιατούρα γυναίκας. Εκείνη τη δεκαετία μείναμε στην ίδια πολυκατοικία και έτσι τη γνώρισα. Φορούσε πάντα ρόμπα, πασουμάκια και μαντήλα. Όσο μπόι της έλειπε τόση ζεστασιά και αγάπη, γνήσια χωρίς υστεροβουλία, είχε για όλους και όλα. Δεν υπήρχε περίπτωση η κα Φρόσω να ξεχάσει το πρόβλημα που της είπες… πριν από μήνα … και να μη σε ρωτήσει με γνησιότητα και αληθινό ενδιαφέρον αν το έλυσες. Σε κοίταζε και το ένοιωθες ότι αυτά που σου έλεγε τα εννοούσε. Τίποτα ψεύτικο. Είχε την πολυτέλεια και την μεγαλοσύνη να αρκείται στα πολύ λίγα και έτσι είχε πάντα στο πρόσωπό της μία γαλήνη. Δεν την άκουσα ποτέ να παραπονιέται για καμία έλλειψη ή ανάγκη. Ήταν πάντα χαρούμενη με μικρά πράγματα και η καθημερινότητά της την γέμιζε απόλυτα. Θυμάμαι δυο-τρείς φορές πόσο εντύπωση μου έκανε που την είδα να προϋπαντίζει τον γίγαντα Τίμο της… έξω στην αυλή της πολυκατοικίας που επέστρεφε από το….. βενζινάδικο, σαν να γύριζε απ’ τον πόλεμο, όλο χαρές και καμάρι και να χαίρεται σαν παιδάκι επειδή ο Τίμος της είχε φέρει ένα καρπούζι η παγωτό. Έκανε τρία παιδιά χωρίς κανένα να έχει ιδιαίτερη προκοπή ή μόρφωση. Τα λάτρευε όπως ήταν, καμάρωνε γι’ αυτά χωρίς να μπαίνει σε καμία λογική σύγκρισης, επιτυχίας η ανάδειξης. Παντρευτήκανε όλα και έμεινε μόνη με το γέρο της πλέον Τίμο. Πέθανε ο Τίμος και έμεινε μόνη της η Φρόσω τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της.
Όταν περνώ από το δρόμο εκείνο και κοιτάζω το μπαλκόνι της, ένα σφίξιμο με πιάνει από την νοσταλγία της γλυκιάς μινιατούρας.




