Διήγημα: “Το δουλάκι”

Η κούρσα έστριψε απ’ τον άσφαλτο στο χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στον συνοικισμό. Μέσα σε ελιές ρείκια πουρνάρια το δρομάκι αυτό δεν επέτρεπε στον οδηγό να βλέπει γύρω του παρά μόνο μπροστά στο δρόμο. Που είναι το χωριό επιτέλους είπε η κα Πλαστήρα και πριν τελειώσει την φράση της φάνηκαν τα πρώτα ισόγεια σπιτάκια, πρώτα οι κορυφές και μετά οι αυλές και οι άνθρωποι.

Η Αυγουστίνα κάθονταν στο πίσω κάθισμα και ένοιωθε ένα κόμπο στο στομάχι της έτοιμη να κάνει εμετό. Ήταν πέντε χρόνων όταν την έφεραν οι δικοί της στην κα Πλαστήρα στην πόλη.

Δεν την ξαναπήγαν εκεί ποτέ και όταν το ζητούσε ποτέ δεν είχε πάρει απάντηση.

Έζησε αυτά τα 11 χρόνια με μια βαθειά πληγή μέσα της απ’ την νοσταλγία του χωριού.

Η κούρσα σταμάτησε στην άκρη των σπιτιών που ήταν τοποθετημένα σε σειρές των τεσσάρων οικημάτων και σε ομάδες ανάλογα με την κοινωνική αξία των ενοίκων τους.

Το σύννεφο σκόνης που ακολουθούσε την πορεία του αυτοκινήτου δεν εμπόδισε ένα σμήνος από παιδιά να τρέξουν και να κυκλώσουν με περιέργεια και θαυμασμό το αυτοκίνητο και τους επιβάτες, φωνάζοντας ήλθε η Αυγούστα ήλθε η Αυγούστα.

Ιούλης μήνας και η ζέστη ανυπόφορη. Είχαν ξεκινήσει σχεδόν πρωί από Αθήνα και έφτασαν απομεσήμερο. Στις 4 ώρα το απόγευμα περίμεναν ότι όλοι θα ήταν σε σιέστα. Όμως όλος ο οικισμός ήταν στο πόδι διότι η κα Πλαστήρα είχε από την προηγούμενη τηλεφωνήσει στα γραφεία της εταιρείας για να ειδοποιήσει για την άφιξη της Αυγουστίνας.

Το σπίτι των γονιών της Αυγουστίνας ήταν στις πρώτες σειρές που έμεναν οι εργάτες και τα σπίτια τους ήταν ισόγεια με μία πόρτα εισόδου και δύο τρία παράθυρα.

Πίσω ήταν όμορφα διώροφα με εξωτερική σκάλα και βεράντα εκεί έμεναν οι μηχανικοί οι τεχνικοί οι επιστάτες κλπ αλλά και ο δάσκαλος του χωριού.

Και στο τέλος πάνω στην παραλία ήταν η τριώροφη επιβλητική οικία του βιομήχανου Πολυμέρη με θέα όλο τον αργολικό κόλπο.

Τα γραφεία της εταιρείας στεγάζονταν σε ένα διώροφο και ήταν ανοικτά όλο το 24ωρο αφού και τα μεταλλεία δούλευαν συνεχόμενες βάρδιες.

Οι επιβάτες της κούρσας δεν κατέβηκαν αμέσως αλλά περιεργάζονταν από μέσα την θέα του χωριού. Όλα ήταν μέσα στην σκόνη και στο χώμα και το κατάβρεγμα των αυλών απ’ τις νοικοκυρές δεν δρόσιζε διότι το νερό όπως έπεφτε στο ξεραμένο και καυτό χώμα εξατμίζονταν. Τα λιγοστά λιόδενδρα που είχαν αφήσει ανάμεσα στα εργατόσπιτα ήταν πολύτιμα γιατί το ίσκιωμά τους το μοιράζονταν όλοι όσοι προλάβαιναν αλλά χρησίμευαν και για το στερέωμα των σχοινιών που άπλωναν τα ρούχα για στέγνωμα.

Μερικές αυλές ήταν φυτεμένες με βασιλικά και άλλα χαμολούλουδα που δύσκολα επιβίωναν μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.

Ο οδηγός έβγαλε την κάσκα του και έξυσε το μέτωπό του που ήταν ιδρωμένο. Κατέβηκε και άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα. Η κα Πλαστήρα έβγαλε τα γάντια και τα γυαλιά της και κατέβηκε. Κοίταξε προς την Αυγουστίνα και το κορίτσι κατέβηκε κι αυτό με αργή κίνηση και κοιτάζοντας γύρω με αγωνία και προσμονή.

Μέσα απ’ το ανθρώπινο σμάρι που ήταν μαζεμένο στην άκρη του δρόμου πρόβαλε η μάνα της, λιπόσαρκη και πολύ γερασμένη. Είχε να την δει 11 ολόκληρα χρόνια. Όμως εκείνο το πρόσωπο το κράτησε ζωντανό μέσα της. Το πότιζε με δάκρυα κάθε βράδυ να μην μαραθεί και το ξεχάσει.

Πιο νέο και πιο όμορφο το είχε αποθηκευμένο στην ψυχή της.

Τα βλέμματα συναντήθηκαν και οι καρδιές φτερούγισαν. Η Αυγουστίνα ένοιωσε ένα σύννεφο να την σκεπάζει και όλα έσβησαν. Έτρεξε ο οδηγός την σήκωσε και αγκαλιά την έβαλε να κάτσει σε μια καρέκλα. Της κατάβρεξαν το πρόσωπο με νερό και άρχισε σιγά-σιγά να ξαναβρίσκεται στο κόσμο. Το πρόσωπο της μάνας της κοντά στο δικό της να την κοιτάζει και να της μιλάει. Δεν άκουγε τίποτα.

Ένοιωσε στο κορμί της τα χέρια της μάνας της, να την θωπεύουν, να την τρίβουν, να την χαϊδεύουν.

Άρχισε να κλαίει βουβά, μόνο τα δάκρυα της που έτρεχαν βαριά και καυτά έδειχνε ότι έκλαιγε. Το πρόσωπό της ήταν ατάραχο. Όλα βουβά. Και η αγκαλιά της μάνας σαν φτερούγα την σκέπασε.

Πόσο ήθελε να κρυφτεί κάτω απ’ αυτή τη φτερούγα, να μη μπορέσει η Πλαστήρα να τη βρει και να την πάρει πάλι στην Αθήνα για να την υπηρετεί. Δήθεν την μεγάλωνε και την μόρφωνε όμως όλοι ήξεραν ότι ήταν το παιδί-δουλάκι για ένα πιάτο φαί.

Η Ελλάδα του 1960 δύο διεξόδους έδινε στην φαμίλια της ή εξορία στις φάμπρικες της Γερμανίας ή μοίρασμα των παιδιών εδώ και εκεί. Αυτή 5 χρονών άρχισε στην Αθήνα να υπηρετεί την Πλαστήρα και το μισθό της τον έπαιρναν οι γονείς της στο χωριό.

Η Πλαστήρα με τον οδηγό έφυγαν αυθημερόν και έμεινε η Αυγουστίνα πίσω να δει τους δικούς της. Για ένα μήνα αυτή ήταν συμφωνία.

Ας ήταν δουλάκι, η εμφάνισή της ήταν περιποιημένη και με καλά ρούχα. Η Πλαστήρα ήταν μερακλού στα ρούχα και στην καθαριότητα και η Αυγουστίνα τα είχε και τα δύο.

Άρχισε αυθημερόν με τα αδέλφια της το παιχνίδι και το ποδοβολητό.

Τα αδέλφια της οχτώ και ήταν αραδιασμένα σε όλες τις ηλικίες. Η μεγαλύτερη η Δέσποινα στα δεκαοχτώ δεν προλάβαινε τα μαγειρέματα και τα πλυσίματα. Η Ακριβή στα δεκαέξι την κοπάναγε με τα αδέλφια της και έπαιζε και αυτή καμμιά φορά. Σπάνια όμως διότι συνήθως ήταν δίπλα απ’ την Δέσποινα βοηθός της σε όλα.

Τα χειρότερα όμως για όλους ήταν μπροστά.

Πηγή: https://www.fractalart.gr/

Μοιράσε το:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Ειδοποίηση για τα Cookies

Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι είστε ικανοποιημένοι με αυτό.