Μαζί

Περπάταγαν μαζι,
Εκείνη μίκραινε το
βήμα,
Και το μικρό της  το ανοιγε,
Να βρούν τον ίδιο
βηματισμό.

Δεν μιλούσαν καθόλου.
Την κράταγε απ΄το  χέρι,
Δηλαδή το χεράκι του
Το είχε στην χούφτα
της αυτή,
Η μάνα.

Ηταν ατέλειωτος ο
χωματόδρομος,
Μέσα  σε χωράφια και αμπέλια,
Μονοπάτια που γίνονταν  δύσβατα,
Πέτρες και ανηφοριές.

Ο  ήλιος ανέβαινε και τη δυσκόλευε,
Μέσα στα μαύρα του
πένθους,
με τη μαντήλα να
σκεπάζει το κεφάλι της.

Ιδρωσε και κουράστηκε
,
Δεν σταματούσε όμως ,βιαζόταν.
Να
φθάσει γρήγορα στο χωριό,
δεν ένοιωθε   ασφάλεια στην ερημιά
μόνη με το μικρό της.

Εκείνη δυσκολευόταν.
Αυτό ομως πετούσε στα
ουράνια από χαρά.
Το μικρό χεράκι του
είχε βρεί το θησαυρό
της μάνας,
σε εκείνη τη ζεστή
τη χούφτα της.

Μοιράσε το:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Ειδοποίηση για τα Cookies

Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι είστε ικανοποιημένοι με αυτό.