Τους καλοκαρινούς μήνες ήταν καλύτερα για το παιδί γιατί δεν είχε και το μαρτύριο της λάσπης να κολλάει πάνω της και στα παπούτσια της.
σκούπιζε την αυλή με μια σκούπα από κλωνάρια λεπτά και όλα καλά.
Το χειμώνα κόλλαγαν τα σκαρπίνια στη λάσπη και όπως ήταν πολύ αδύναμο και αδύνατο κινούταν με δυσκολία στην αυλή.
Στην αυλή έκανε όλες τις δουλειές της μάνας ας ήταν λιπόσαρκο και μικροκαμωμένο.
Η μάνα έφευγε χαράματα για μεροκάματο στο θέρο η στις ελιές η στα χαντάκια που άνοιγαν και οι γυναίκες με φτυάρια στην εθνική οδό που άνοιγε τότε ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Τα χαντάκια ήταν τα τελειώματα του οδοστρώματος κατά μήκος της οδού που είχε κλίση προς τα έξω για να φεύγουν τα νερά απ΄το οδόστρωμα.
Το παιδί είχε τις κότες , τις τάιζε και έβαζε νερό να πιούν. Μια χαρά τα κατάφερνε χωρίς άγχος και κόπο. Έβαζε τα κλωνάρια που είχε βάλει η μάνα όρθια σε μια γωνιά στην αυλή στην κατσίκα που βέλαζε απ΄την πείνα νευριασμένη και μετά της έβαζε και νερό καθαρό. Όλα καλά μέχρι εδώ.
Μετά ήταν το γουρούνι ,έπρεπε να του βάλει ένα χυλό με πίτουρο στο νερό σε ένα κιούπι και να το πάει κοντά του να το φάει. Του είχε κάνει ένα χώρο περιφραγμένο η μάνα και αυτό κινιόταν μέσα εκεί βρώμικο και πάντοτε πεινασμένο , μούγκριζε απ΄την πείνα.
Εφτιαχνε το μείγμα και πήγαινε φοβισμένο το παιδί σιγά-σιγά να το ακουμπίσει μέσα στο περιφραγμένο χώρο του γουρουνιού. Μόλις όμως το γουρούνι έβλεπε από μέσα το παιδί να πλησιάζει με το κιούπι γεμάτο χυλό πίτουρου άρχιζε να μουγκρίζει να τρέχει πάνω κάτω σαν τρελλό απ΄την χαρά και την πείνα. Σιγά-σιγά έβαζε με το χεράκι του μέσα το κιούπι αλλά πριν προλάβει να το ακουμπήσει κάτω και να το σταθεροποιήσει ερχόταν το γουρούνι και όρμαγε πάνω του για να το φάει όμως από τη λαιμαργία του κοπάναγε το κιούπι και έριχνε κάτω το περιεχόμενο.
Το παιδί αδύναμο με μικρά χεράκια δεν μπορούσε να σταθεροποιήσει το κιούπι πρίν ορμήξει το γουρούνι. Ξαναπήγαινε και γέμιζε πάλι με πίτουρο και νερό το κιούπι και προσπαθούσε πάλι σιγά-σιγά απ΄την πόρτα για να μη βγεί έξω το γουρούνι προσπαθούσε να βάλει μέσα το κιούπι. Και πάλι όμως το γουρούνι πιο λυσσασμένο τώρα ορμούσε και αναποδογύριζε το κιούπι και το παιδί απελπισμένο έβλεπε πάλι το κόπο του και το τρόφιμο του γουρουνιού να πηγαίνει χαράμι. Αυτή η προσπάθεια να ταίσει το γουρούνι μπορεί να κράταγε και μία ώρα και οι απόπειρες με το κιούπι ήταν πάρα πολλές.
Μια γειτόνισσα που περνούσε απ΄το δρόμο είδε το αγώνα του παιδιού και μια μέρα το βοήθησε βρίζοντα το γουρούνι που το παίδευε.
Τότε το παιδί για πρώτη φορά, που άκουσε τη γειτόνισσα να βρίζει το γουρούνι και να υπερασπίζετε το ίδιο σαν θύμα του γουρουνιού, άρχισε να σκέφτεται ότι δεν έφταιγε αυτό που δεν κατάφερνε να βάλει το κιούπι με τον πιτουροχυλό στο γουρούνι.
Σκέφτηκε ότι η μάνα που του είπε να ταίσει το γουρούνι δεν είχε καθόλου σκεφτεί τον άνισο αγώνα του με το δυνατό γουρούνι και πόσο παιδευόταν κάθε μέρα να το ταίσει.
Το παιδί θα παιδευόταν να ταίσει πολλ΄ά γουρούνια στην συνέχεια μέχρι να καταλάβει ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα και ότι τουλάχιστον πρέπει να διεκδικεί βοήθεια. Πορεύτηκε πολύ πολύ χρόνο σε άνισους αγώνες ταίζοντας διάφορα γουρούνια.




