Το έφερνε συνέχεια στο νού της το σχολείο, το ισόγειο παλιό κτίσμα με μεγάλα παράθυρα δίπλα απ’το κύμα στον αργολικό κόλπο.
Με μεγάλους ευκάλυπτους στην αυλή του. Τα διαλείματα ήταν δίπλα στο κύμα.
Με το κύμα έπαιζαν και μετά χτυπούσε το κουδούνι ο δάσκαλος και έμπαιναν μέσα.
Ήταν παραλία με πέτρες. Δεν είχε άμμο και δεν πήγαινε κανένας εκεί για μπάνιο. Η αμμουδιά ήταν ένα χιλιόμετρο απόσταση από κεί. Εκεί ήταν η χαρά των καβουριών και των χταποδιών. Γεμάτη η θάλασσα.
Τα έβλεπαν όπως έπαιζαν έξω. Τα καβούρια τα έπιαναν απ’ τις δαγκάνες και πολλές φορές με την παιδική ωμότητα τους τις έκοβαν και τα άφηναν κουτσά να σέρνονται στο έδαφος και αδιάφορα έτρεχαν να μπουν στην αίθουσα γιατί είχε χτυπήσει το κουδούνι.
Δεν είχε πλησιάσει εκεί πολλές δεκαετίες, δεν το επεδίωξε, δεν το ήθελε δεν έτυχε τι απ’ όλα δεν ήξερε.
Ίσως λίγο απ’ όλα σκεφτόταν όπως το αυτοκίνητο πολύ ήρεμα και σιωπηλά κυλούσε στον παραλιακό δρόμο που είχε φτιαχθεί αφού είχαν φύγει.
Είχε ανοιγεί δρόμος κατά μήκος της παραλίας από την πόλη και οδηγούσε εκεί.
Είχαν πάρει μέρος από τους ελαιώνες και οι ιδιοκτησίες είχαν περιορισθεί μετά το δρόμο ενώ πριν οι ελιές έφταναν στην παραλία.
Ωραία ασφαλτοστρωμένος με πικροδάφνες στα πλάγια.
Καντίνες και ταβέρνες ξεφύτρωναν στην πλευρά του ελαιώνα κάθε τόσο και δεν άργησαν στο τέλος να δουν τα σπιτάκια του οικισμού και δύο τρία κτίρια ξέμακρα κοντά στην παραλία. Πάρκαναν στο τέλος του δρόμου που ήταν στο λόφο που έκλεινε το τοπίο από το νότο. Εκεί κατέβηκαν και με τα πόδια άρχισαν να περπατούν στην άκρη της παραλίας προς τα κτίρια της παραλίας. Όσο πλησίασαν τόσο περισσότερο άγνωστα φαίνονταν. Ετοιμόρροπα εντελώς παρατημένα στο χρόνο. Από το σχολείο είχαν μείνει μόνο τέσσερις τοίχοι με πεσμένους σοβάδες, χωρίς σκέπη και με τα παράθυρα να χάσκουν γεμάτα χελιδονοφωλιές
Μόνο η ευκάλυπτοι έστεκαν εκεί ακόμη πιο ψηλοί. Μάρτυρες της ζωής μας. Α και η θάλασσα με τα καβουράκια και τα χταπ΄όδια , στοιχειά της φύσης αναλλοίωτα και αδιάφορα για όλους εμάς που είμαστε περαστικοί.
Δεν έπρεπε να έρθουμε σκέφθηκαν. Δεν έμεινε τίποτα να δούμε από όσα ζήσαμε.




