Ήλθε ο θέρος και έφευγε για τα σπαρτά μαζί με τις άλλες κάθε πρωί.
Ζαλωμένες με δρεπάνια, ντορβάδες με νερό και κάτι φαγώσιμο και όποιες ήταν μικρομάνες κουβάλαγαν και τα μικρά τους, είτε δεμένα πάνω σε γομάρια η στην πλάτη τους.
Έφευγαν πριν βγει ο ήλιος και όταν έφταναν στα σπαρτά ….ήδη ο ήλιος πύρωνε τα πάντα.
Εκείνη τη χρονιά το τρίτο της παιδί ήταν περίπου 2 χρονών και δεν είχε που να τ’αφήσει.
Το ‘παιρνε απ’ το χέρι, περπατώντας όσο άντεχε το μικρό, και μετά στην πλάτη, έφτανε πάνω στην πλαγιά, που ήταν αντικρυστά στο χωριό, γεμάτη στάρια, έτοιμα για θέρο.
Απίθωσε το παιδί κι εκείνη τη μέρα κάτω απ’ την αγκορτσιά στην άκρη του χωραφιού, που ήταν πανέμορφο πριν από το θερισμό. Εκεί στην άκρη της αγκορτσιάς είχε δροσούλα και το μικρό λιπόσαρκο και κουρασμένο κοιμήθηκε αμέσως.
Άφησε στην άκρη του το σταμνί με το νερό και ένα τυλιγμένο καρβέλι ψωμί με ελιές. Έφυγε. Το άφησε κοιμισμένο μόνο του.
Πήγε στην άλλη άκρη του χωραφιού να ξεκινήσει με τις άλλες το θέρισμα.
Όπως περνούσε όμως η ώρα αισθάνθηκε μία ζαλάδα, σαν κάτι να την τρόμαξε ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι της να δει προς το δέντρο που κοιμόταν το παιδί της.
Να δει αν είχε σηκωθεί. Όλα ακίνητα… το μικρό δεν πρέπει να ξύπνησε ακόμη.
Τότε χωρίς να καταλάβει και ή ίδια τι έκανε …απίθωσε το δρεπάνι καταγίς και άρχισε με γρήγορο βήμα να πηγαίνει προς την αγκορτσιά.
Που πας της φώναξαν οι άλλες…γιατί φεύγεις …άστο το παιδί …κοιμάται.
Αυτή σαν υπνωτισμένη δεν γύρισε ούτε να τους απαντήσει.
Συνέχισε κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τα στάχια και τότε είδε το παιδί της να κοιμάται ακίνητο, αθώο, ανύποπτο και δίπλα του να σέρνεται μια σντρογαλιά …θηρίο …έτοιμο να ορμήξει στην μικρή …με την παραμικρή της κίνηση..
Πάγωσε …μαρμάρωσε για να μην την πάρει χαμπάρι το φίδι… κοίταζε μια το παιδί μια το φίδι …..απεγνωσμένα κοίταζε γύρω… να δει κάτι που θα τη βοηθούσε…να σώσει το παιδί απ’ το κίνδυνο.
Μια κοτρώνα είχε ανέλπιστα βγάλει την άκρη της εκεί στο πόδι της …δεν την είχαν βγάλει στο όργωμα …στη σπορά… ήταν εκεί ..πολύτιμη γι’ αυτήν.
Έσκυψε σαν ελάφι …ανάλαφρα την ξέχωσε και την κράτησε στο χέρι της σφικτά …γερά..
Σηκώθηκε και όπως απείχε λίγα μέτρα απ’ το φίδι …δεν είχε άλλη λύση …ήταν η μοναδική… σαν ελατήριο πέταξε την πέτρα στο φίδι… στο κεφάλι το βρήκε και αυτό άρχισε με πατημένο το κεφάλι απ’ την κοτρώνα …να σπαρταράει..
Αυτή τότε όρμησε …άρπαξε το μικρό που είχε ξυπνήσει από το γδούπο της πέτρας και έτρεχε προς το δρόμο… σαν τρελή..
Οι άλλες δεν κατάλαβαν τι έγινε …τρέξαν ξοπίσω της …την φώναξαν ..κοντοστάθηκε κάτω απ’ τον καυτό ήλιο …τις κοίταζε με τρόμο …δεν μπορούσε να μιλήσει …δεν μπορούσε να αναπνεύσει …τους έδειχνε μόνο την αγκορτσιά..
Κινήθηκαν προς τα εκεί οι άλλες γυναίκες και είδαν το φίδι να σπαρταράει ακόμη πριν τελειώσει.




