H Ολγα Μοσχοχωρήτου αναλύει τα ΕΡΗΜΑ ΣΠΙΤΙΑ

 

ΕΡΗΜΑ ΣΠΙΤΙΑ [ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ]

 

Οι δρόμοι μας με τη Μαρία συναντήθηκαν αργά. Μόλις πριν λίγα χρόνια, σε συνθήκες όμως εγρήγορσης, υπερευαισθητοποίησης, τότε που το να μιλάς στο συνάδελφο στην Ευελπίδων, στο Δικηγορικό Σύλλογο, σε Συνελεύεις και πορείες, σε δικηγορικές σελίδες του διαδικτύου, ακόμα και το να μοιράζεσαι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, να συνομιλείς, δεν ήταν πια μια ρηχή κοινωνικότητα. Ούτε έχει εκείνη την ανάλαφρη χαρά του καινούργιου που εμπεριέχει η πρώτη νιότη και που τόσο εύκολα εγκαταλείπεται, μέσα από τις διαφορετικές ενηλικιώσεις. Γνωριστήκαμε στην εποχή της αντάρας, την εποχή της κατάργησης των βεβαιοτήτων, την εποχή που το «παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα». Να ελπίσουμε ότι δεν θα ζήσουμε και την κατά Γκράμσι εποχή των τεράτων. Αυτές οι συναντήσεις όμως, επειδή δεν γίνονται σε εύκολες εποχές, φέρνουν μέσα τους έναν πυρήνα «οικειότητας» ουσιαστικής, σα νάχεις ξανασυναντηθεί στο παρελθόν, σα νάχεις ακολουθήσει κοινές ψυχικές πορείες, επώδυνες και γι’ αυτό εύκαρπες, ζωοφόρες…

Αυτή μου η αίσθηση επιβεβαιώθηκε όταν έφτασαν στα χέρια μου Τα Έρημα Σπίτια της.

Έρημα ψυχικά τοπία, αντανακλάσεις του βιωμένου παρελθόντος, μια ποιητική αυτοβιογραφία που διαλέγεται με την εσωτερική ποίηση των λέξεων ή μάλλον των συναισθημάτων, από θραύσματα εικόνων μιας παιδικής ηλικίας που ενείχε ολόκληρο το μέλλον και τις εκδοχές του.

Συναντήθηκε η δική μου αστική αίσθηση με κείνη την πιο καρποφόρα της Μαρίας. Μια αίσθηση δηλαδή γης, χωριού, φύσης, στοιχειακά ψήγματα που σημαδεύουν την ενηλικίωση σαν τα ψιχουλάκια ενός Κοντορεβυθούλη, που ακόμα κι αν τα πουλιά τα φάνε, το κελάηδισμά τους σηματοδοτεί μια για πάντα τη γεωγραφία του εσωτερικού της κόσμου. Φτιάχνει έναν αλάνθαστο χάρτη πορείας. Γήινος κόσμος, με φτερά αετού και αστέρια τη νύχτα. Τα πόδια στη γη, τα μάτια ψηλά και τα χέρια απλωμένα στο άπειρο.

Όμως εγώ δεν είχα μια γέρικη βελανιδιά να γείρω. Τα δικά μου σπίτια δεν είχαν φωτισμένα παράθυρα… Και τα βρήκα στης Μαρίας. Και ξαφνικά έπαψαν να είναι Έρημα.

Γιατί για μένα:

«Το σαράκι της ψυχής των σύγχρονων ανθρώπων είναι σήμερα τα πάρκινγκ στο κέντρο των μεγαλουπόλεων», έγραφα στη δική μου αναδρομή της πορείας ενηλικίωσής μου. Και συνέχιζα:

«Αυτή η σκέψη μου τριβελίζει το μυαλό κάθε φορά που αντικρίζω τον τοίχο ενός σπιτιού να χάσκει απροστάτευτος μετά την κατεδάφιση, παράταιρη πλάτη στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Εκείνος ο τοίχος που στέκει όρθιος, μεσοτοιχία με τη διπλανή πολυκατοικία, με τ’ απομεινάρια της λουλουδιασμένης ταπετσαρίας -σίγουρα ήταν εκεί κάποτε η καλή τραπεζαρία-, τα λιλά του υπνοδωμάτια, τα ράφια και ένα ξεκοιλιασμένο ντουλάπι κουζίνας, με όλα αυτά τα ίχνη μιας καλά προφυλαγμένης κάποτε ζωής, μου φάνηκε αβάσταχτα ντροπιασμένος. Σαν κάποιος να εισέβαλε βάρβαρα και να έσυρε στο φως -όχι της μέρας, μα ενός προβολέα ανακριτή- τα άδυτα της ψυχής των κατοίκων του»…

Όμως αυτή είναι μια αστική εικόνα. Ένα τοπίο κατασκευασμένο πρόχειρα για να γκρεμιστεί εξίσου πρόχειρα. Δεν επιτρέπει επιστροφές. Δεν υπάρχουν σημάδια. Το τοπίο όμως της Μαρίας έχει ρίζες. Τα σπίτια γερνούν, αδειάζουν αλλά μπορούν ανά πάσα στιγμή να ξαναζήσουν, νοητικά. Ακόμα κι αν «μια μέρα γίνουν άμορφη μάζα υλικών». Έτσι η Μαρία δε χάνεται στους δρόμους της μεγαλούπολης, κουβαλάει τα φωτισμένα παράθυρα της παιδικής της ηλικίας, δεν την καταπίνει η Ευελπίδων, μόνο την καταπονεί και τη μουσκεύει κάτω από την πολύχρωμη ομπρέλα θαλάσσης που επιστρατεύει ο γήινος νους της και ξεσπά μέσα της σε γέλια, για το άτοπο, για την ανατροπή ενός αστικού καθωσπρεπισμού, που δεν «πάει στο διάβολο, αρκεί να προλάβω το πινάκιο». Όμως αυτό είναι κάτι άλλο. Είναι ποιοτικά διαφορετικό, όπως θάλεγε κι ένας θεωρητικός. Όμως εμείς είμαστε «δικηγορίνες». Πρακτικοί διανοούμενοι δηλαδή. Και πρέπει να τα βγάλουμε πέρα.

Κι αν μια ανάγνωση θα έλεγε πως η Μαρία μιλώντας για Έρημα Σπίτια, ουσιαστικά μιλάει για «έρημες ψυχές», «έρημα χρόνια», «έρημα συναισθήματα» και τον αδηφάγο χρόνο που αντί να γεμίζει, με το πέρασμά του αδειάζει το μέλλον, αν δηλαδή κρύβει όλο αυτό μια άλλη προσέγγιση του θανάτου, η ίδια η αισθητικοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας, τον ξορκίζει… Τον απομακρύνει.

Έτσι, τα Έρημα Σπίτια, τα Φωτεινά Παράθυρα, η Βελανιδιά, το Βεραντάκι, Η Πέτρα, τα Σπαρτά, Τ’ ατέλειωτο του δρόμου, η επιστροφή στο «στενό», ο φόβος για ένα ερειπωμένο μέλλον όπου «χαρές και ευτυχίες θα ζυγιάζονται», «πως ο πόνος και το κακό αντάμα πάνε», το ψιθύρισμα των σπουργιτιών στον ύπνο της «πρέπει να ξέρεις να πετάς το κρύο αν δεν αντέχεις» ή ο ήχος που ατιθάσευτος «ρέει μέσα της» και κείνη η μελαγχολική ομορφιά της επαρχίας που δεν αντέχεται από τον πόνο, η «ζεστή χούφτα της μάνας», η ήρεμη αποδοχή μιας συνειδητής μοναξιάς που δεν βολεύεται σε τυχαίες παρουσίες και προτιμά το «πέτρινο σημείο» συνάντησης μαζί της, όταν έρχεται μια γλυκιά στιγμή παραίτησης που νιώθει ότι θάταν μια λύση να «τρέξει μαζί με το νερό της βροχής», όταν το μικρό σύννεφο γίνεται απάγγειο στα δύσκολα, όταν τα σημάδια της Σόλωνος και η Νομική Σχολή του 1974 οδηγούν σε έρωτες νεανικούς όπου «θα σε ξανααγαπήσουν εκείνα τα χρόνια τα φοιτητικά», ακόμα κι όταν παλιές σκληρές εικόνες της επαρχίας επιβιώνουν στα σύγχρονα χρόνια και «αφήνουν ένα κοριτσάκι να πεθάνει…», ακόμα κι όταν οι έρημοι σταθμοί των τρένων συναντούν έρημους ανθρώπους, ξαφνικά ξαναγεννιέται μια γυναίκα που όταν «γελούσε, αγαπούσε κι ονειρευόταν…» χάραζε με το μαχαίρι τα σύννεφα κι έβγαινε ο ήλιος.

Κι επιστρέφει η Μαρία στα «όνειρα-κουρέλια, στις προσδοκίες-κουρέλια» κι αναζητά τα στέρεα υφάσματα, δεν το βάζει κάτω.

Και όλο και αποδέχεται την «αέρινη ζωή», τη ζωή δίχως βεβαιότητες και ξαναγυρνά, όταν της τελειώνει ο αέρας στα παιδικά πασχαλιάτικα κόκκινα παπούτσια για να πάρει δύναμη, κυρίως για να αποδεχτεί τον συννεφένιο εαυτό της, αυτό τον παράλληλο που τη βασανίζει μια ζωή, αλλά πού θα πάει θα γίνει ένα με αυτόν.

Η τόλμη της δημοσιοποίησης αυτού του εσώτερου εαυτού, αυτή η ποιητική εξομολόγηση, είναι ένα βήμα προς αυτή την επανοικειοποίηση αυτού του εσώτερου εαυτού, που φοβάται να ξεμυτίσει, μη και οι «άλλοι» τον λοιδωρήσουν, από έλλειψη κατανόησης, ή από φόβο μήπως αρχίσει να ξεμυτά και ο δικός τους και η «κόλαση» που τη συνηθίσαμε, αυτή η «κόλαση που είναι οι άλλοι» όπως έλεγε ο Σαρτρ, είναι μια κόλαση στη δημιουργία της οποίας κι εμείς συντρέξαμε.

 

Η Μαρία δεν δείχνει να τη βασανίζει η «λογοτεχνική φόρμα» ή η ένταξη των ποιημάτων της, δηλαδή των λεκτικών δημιουργημάτων της, σε μια αναγνωρίσιμη ως «είδος» γραφή. Έτσι από τον ποιητικό συνοπτικό λόγο μπορεί να μεταβαίνει στον πεζό που εσωκλείει την ποιητικότητά του κάτω από έναν λόγο καθημερινό, ήρεμο, οικείο.  Ακόμα όμως μπορεί να φλερτάρει και με τη δημοτική παράδοση, όπως για παράδειγμα «Τα δύο σπουργίτια της»:

Στον ύπνο μου τα έβλεπα

με ύφος να μου λένε

πρέπει να ξέρεις να πετάς

το κρύο αν δεν αντέχεις.

 

Τα ποιητικά της αφηγήματα φέρουν σπαρακτικές εικόνες, είτε από την παιδική της ηλικία, όπως Το τρακτέρ, Τα σύννεφα, Το κουτσό… γαϊδούρι, που όμως ταυτόχρονα αποτελούν ψηφίδες ενός ηθικού κώδικα για την ίδια, είτε σκηνές της ενήλικης ζωής της στην πόλη, όπως εκείνη η Maritsa, η παλιά γραφομηχανή – φετίχ για μας τις δικηγορίνες του ’80, όπως οι ψηλοτάκουνες γόβες για τις τηλεπερσόνες…

Και μετά πάλι πετάει στα Βακούφια της στερημένης από υλικά αγαθά παιδικής ηλικίας, αλλά της τόσο πλούσιας σε γήινους καρπούς, και κατόπιν πάλι Η ζωή της άλλης, δηλαδή η δική της κρυφή, εσώτερη ζωή, που ζητά δικαιώματα πάνω στην επίσημη κοινωνικοποιημένη ζωή της.

Όμως το Αίμα από την κακοποίηση μιας γυναίκας και πάλι στην επαρχία, από το σύζυγο αφέντη και η σιωπή έως συνενοχή των γυναικών, εμφανίζεται σαν πληγή από ένα παρελθόν που δεν λέει να κλείσει.

Και μετά η μνήμη της γλυκαίνει, αναπολώντας τα Νυχτέρια της γιαγιάς της. Εκείνες τις γυναικοπαρέες στο χωριό, που πλέκαν ή κένταγαν όλη τη νύχτα, λέγοντας ιστορίες, παράξενες ιστορίες.

Τα Νυχτέρια της Μαρίας μου θύμισαν τις ανάλογες εξιστορήσεις της δικής μου γιαγιάς που μας διηγούνταν τα βράδια του χειμώνα, πλάι στην ξυλόσομπα τα νυχτέρια των δικών της νεανικών χρόνων, στο δικό της χωριό. Τότε που συναγωνίζονταν οι κοπέλες ποια θα φτιάξει πιο γρήγορα τα προικιά της. Κι άρχιζε τις ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά. Κι όταν τη ρώτησα κάποτε «γιαγιά, εσύ έχεις δει ποτέ σου νεράιδα;» Μου απάντησε: «Φυσικά, στη νεροτριβή κάποιο ξημέρωμα. Αλλά πρέπει να είναι εντελώς αθώα η ψυχή σου και η καρδιά σου για να τις συναντήσεις…»

Να λοιπόν που στη συλλογή της Μαρίας συναντήθηκαν όχι μόνο οι δικές μας ζωές, αλλά και οι γιαγιάδες μας.

Και μετά έρχεται Η ομπρέλα για να καθαρίσει με τη βροχή όλη τη σκόνη μιας ζωής γεμάτης αγώνα ζωής… Και γελάω μέσα μου, γιατί φέρνω την εικόνα στο νου μου. Μόνο που εγώ, κάποια αντίστοιχη φορά, δεν είχα παρά μια νάιλον σακούλα… για προφύλαξη. Και μ’ αυτήν διάβηκα το κτίριο 5 της σχολής Ευελπίδων.

Κι ο Κύριος Ευάγγελος, φιγούρα παλιών ανθρώπων, από εποχές που η αξιοπρέπεια είχε άλλο νόημα. Μου θύμισε το γέρο Τσίτουρα και το Φροντιστήριο Νομικών που είχε και για μια περίοδο δούλεψα εκεί. Και το μεσημέρι έβγαζε ένα ταπεράκι με λαδερό φαγητό, με έστελνε να του αγοράσω τυρί φέτα και φρέσκο ψωμί και αυτό ήταν το μεσημεριανό του γεύμα. Κι ας είχε κερδίσει πολλά από την πολύχρονη λειτουργία του φροντιστηρίου του. Άλλες εποχές, άλλα ήθη. Αλλά και μόνη η υπενθύμισή τους, στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, αποκτούν μια ποιητική γοητεία, τόσο εξωτικές φαντάζουν, σ’ έναν πτωχευμένο, όλο φιγούρα επιχειρηματικό κόσμο…

Στην Πατησίων και Δεριγνύ θα συναντήσει το ζευγάρι των χωρισμένων με την παγωνιά να αποτελεί μια κοινή συνθήκη.

Μα σαν για αντίδοτο επιστρέφει ακόμα μια φορά στο χωριό της και τη Συκιά της παιδικής της ηλικίας, να ξανακαθίσει στα γέρικα κλαδιά της και να δεχτεί τελικά πως «Δεν ήταν μακρινό το φευγιό σου… Μας γέλασες»… Μα πού να πάει; Η πατρίδα όλων μας είναι η παιδική μας ηλικία…

Και μετά μια βουτιά στο χρόνο μας φέρνει Στο αυτόφωρο της Σχολής Ευελπίδων, όπου ο γιος της θα την κάνει να σκεφτεί «πως δεν φοβόμαστε αυτό που βλέπουμε αλλά αυτό που νομίζουμε πως βλέπουμε…»

Και πάλι πίσω στα παιδικά χρόνια, στην εξουθενωμένη μάνα, στη διεκδίκηση του νερού, της ζωής και μια Παγώνα, που με διάφορες μορφές θα βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας στα χρόνια της ενηλικίωσής μας. Μια Παγώνα-βουνό που πρέπει να αντιμετωπίσεις και να παραμερίσεις.

Ακόμα και μια όμορφη Βαλεντίνη-ματαιότητα, μια απλή δικαστική υπόθεση, θα εξελιχθεί σε σχέση-μάθημα ζωής.

Και μετά ο Γεροδήμος πηγαίνει ταξίδι στο θάνατο, συλλέγοντας μηνύματα από τους συχωριανούς του και τέλος μια μάνα Λύκαινα μαζεύει ξύλα και τα προστατεύει για τα παιδιά της.

Αυτά τα ποιητικά αφηγήματα κόβουν τα συμπυκνωμένα μικρά ποιήματα σα μαχαίρι. Κι όμως στο τέλος μοιάζουν να τα συνδέουν, να γίνονται η ανάσα της ψυχής, αυτό το αχ!, που δεν ξέρεις από πού έρχεται, πώς βγαίνει από μέσα σου, μυρίζοντας την Άνοιξη στις πεταμένες νερατζιές των δρόμων της Αθήνας. Ίσως αυτή η μυρωδιά να σε στέλνει πίσω, στον κόσμο της Μαρίας, για μια στιγμή, βάζοντας τη δεξιά σου παλάμη στο μέρος της καρδιάς. Για ένα λεπτό, πριν συνεχίσεις το δρόμο σου για τη Σχολή Ευελπίδων και ενωθείς με την πολύ συνάφεια του κόσμου.

 

 

Μαρία Ντούμα, ποιήματα και πεζά. Πιάνοντας ένα βιβλίο στα χέρια μου σκέφτομαι, στερεότυπα, πως θα είναι ευχάριστο, καταληπτό και θα εκφράζει τις σκέψεις μου. Αυτό το πόνημα είναι τραχύ, άγριο, απότομο. Σε κατεβάζει από το βάθρο της καθωσπρέπει γραφής. Σε προσγειώνει σε μια σκληρή πραγματικότητα. Η τραχύτητα της επαρχίας, η σκληρότητα των αγέλαστων ανθρώπων, η βία αλλά ταυτόχρονα η άδολη ομορφιά του τοπίου, το αεράκι του κάμπου, τα σύννεφα που τρέχουν για τόπους μακρινούς. Στην αρχή ξενίζεσαι. Λες τι είναι τούτο. Όμως θέλει προσπάθεια για να φύγεις από το φτιασιδωμένο και να πας στο άγριο, το ακατέργαστο, αυτό που έρχεται απευθείας από  την πηγή χωρίς να το δουλέψει ο ανθρώπινος νους. Χωρίς να σκεφτεί, είναι καλή αυτή η λέξη ή να βάλω μια πιο κομψή; Να βάλω κόμμα ή τέλεια; Όχι, να μείνει όπως έρχεται χωρίς να αναρωτιέται αν θα αρέσει. Δεν γράφει για να γίνει αρεστή αλλά για να βγάλει έναν πίδακα που θέλει να πετάξει ό,τι έχει συσσωρεύσει ο χρόνος. Αναγνώστη, μην προσπαθήσεις να αλλάξεις κάτι για να το δεχτείς, άφησε το ποτάμι να σε παρασύρει. Δέξου με χαρά το αεράκι, αλλιώς θα χάσεις την απόλαυση της δημιουργίας…

Το γιατί και το πώς

Γιατί γράφω, αναρωτιέμαι συνέχεια… Ποιο είναι το κύριο αίτιο πέρα απ’ τα ψυχαναλυτικού τύπου ναρκισσιστικά αίτια. Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό μπορώ να απαντήσω μόνο για τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, αλήθεια, για κανέναν άλλο.

Σας συμβαίνει -πιστεύω- πολλές φορές να μη μπορείτε να κοιμηθείτε, ενώ είστε πτώμα από την κούραση και δεν σας απασχολεί κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα. Να γυροφέρνετε μεταξύ ψυγείου, κρεβατιού και τηλεόρασης και το μάτι… γαρίδα.

Πολλές φορές βαριέμαι το γράψιμο και τη στάση με το λάπτοπ διότι έζησα τόσο πολλά χρόνια μπροστά σε μια οθόνη. Το γράψιμο όμως μου επιβάλλεται και με καταδυναστεύει, δεν το ελέγχω όταν έρχεται όλο φόρα. Κλείνω τα μάτια αλλά τα ανοίγω αμέσως διότι με επισκέπτονται συναισθήματα, σκέψεις, εικόνες και άνθρωποι, ντυμένα όλα αυτά με πολύχρωμες λέξεις. Οι λέξεις αυτές στήνουν ένα απίστευτα τρελό χορό και θέλουν να γίνουν κάτι ή κάπου να βολευτούν.

Πολλές φορές κάνω πως δεν καταλαβαίνω για να εξαφανιστούν, όπως ήρθαν. Χαμένος κόπος. Ματαιοπονώ. Θεριεύουν περισσότερο στο χορό τους. Αναγκάζομαι με βαριά καρδιά -πολλές φορές- και παίρνω το λάπτοπ για να τις βάλω σε μια τάξη. Μόλις κατέβουν στην οθόνη του λάπτοπ τότε μόνο σταματούν τον τρελό χορό τους.

Άντε δηλαδή να τις αγνοήσεις αν μπορείς. Ας πούμε ότι τελείωσα με το γιατί γράφω. Σκέφτομαι και το πώς γράφω, δηλαδή πώς βάζω σε τάξη αυτές τις λέξεις που χορεύουν στο κεφάλι μου. Τι ακριβώς παιχνίδι παίζω με τις λέξεις. Και εκεί αυτές προηγούνται και εγώ ακολουθώ… Είναι κυρίαρχες στην πορεία τους.

Όταν γράφω έρχονται και με βρίσκουν κάτι ωραίες στιγμές που πέρασα με τα κείμενα των αγαπημένων συγγραφέων μου, που είναι σαν μεγάλες αγκαλές αγάπης. Λοιπόν αυτές τις αγκαλιές θέλω να τις δώσω και εγώ σε άλλους ανθρώπους. Γι’ αυτό και το πώς γράφω είναι επηρεασμένο απ’ αυτές τις αγκαλιές. Έχουν το άρωμα και το χρώμα τους.

 

Μοιράσε το:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Ειδοποίηση για τα Cookies

Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι είστε ικανοποιημένοι με αυτό.