Αφήγημα: “Το σπίτι”

Γύρισε μετά από σαράντα χρόνια και το έκτισε στην άκρη του χωριού, στη πλαγιά ενός λόφου. Φαίνονταν από παντού. Όμορφο ολοκαίνουργιο και κάτασπρο.

Του έβαλε πάνω και το φόρτωσε όλα όσα είχε στο μυαλό της, για οικογενειακά και φιλικά μαζώματα και για αιώνιες απολαύσεις σ’ αυτό.

Αγάπησε κάθε πεζούλα του και κάθε γωνία του.

Προέκταση φιλοδοξιών και ονείρων άσχετων με την πραγματικότητα που την κοίταζε και την κορόιδευε. Ναι έτσι το ένοιωθε τώρα ότι δίπλα της πάντα ήταν μια πραγματικότητα που κουνούσε το κεφάλι με αποδοκιμασία και λίγη στενοχώρια.

Στενοχώρια γιατί έβλεπε τόση άδικη επένδυση και τόση άχρηστη κούραση ζωής.

Και έτσι έγινε. Η πραγματικότητα οδήγησε στην εγκατάλειψή του και στον μαρασμό του με αποκορύφωμα την πλημμύρα του.

Ναι πλημμυρίζουν και τα σπίτια διότι όταν πήγαν με το γιό της να ανοίξουν την πόρτα και δεν άνοιγε έπαθε σοκ βλέποντας ότι πίσω από την ξύλινη πόρτα του σπιτιού το νερό μέσα στο σπίτι είχε ύψος ένα μέτρο και όλα ήταν μέσα στο νερό, για πολλές μέρες και ίσως και εβδομάδες.

Της φάνηκε εφιάλτης όλο το σκηνικό. Έτσι πλέον η πραγματικότητα επέβαλε την πώληση και έτσι έγινε.

Το πούλησε σε Κινέζο για να πάρει τη βίζα. Έκτοτε όμως άρχισε ένα μαρτύριο με τα όνειρα και τους εφιάλτες για το σπίτι.

Νόμιζε ότι θα τελείωνε το πράγμα εκεί. Πόσο λάθος όμως.

Τρία χρόνια πέρασαν και δεν πέρασε βδομάδα να μη ζει στον ύπνο της τον εφιάλτη ότι παράνομα κατοικούσε στο σπίτι με το άγχος ότι από στιγμή σε στιγμή ο νέος ιδιοκτήτης θα την ανακαλύψει. Ήταν μέσα έκανε δουλειές και ξαφνικά σκεφτόταν ότι το σπίτι δεν ήταν δικό της πιά και σίγουρα κάποιος θα την είδε που μπήκε κρυφά στο ξένο πλέον σπίτι .

Σίγουρα θα την μαρτυρούσε και ο νέος ιδιοκτήτης θα την τιμωρούσε γι’ αυτό.

Πόση ξεφτίλα , πόσος φόβος που παρανομούσε και θα γινόταν ρεζίλι.

Ξύπναγε ιδρωμένη απ’ το φόβο και ευτυχώς ήταν όνειρο ..έλεγε.

Στο τέλος όμως πόσος πόνος που το σπίτι δεν της ανήκε πιά.

Πως δεν μπόρεσε να το κρατήσει. Πόση αδυναμία είχε που δεν μπόρεσε να το κρατήσει.

Μετά το έβλεπε να έχει καεί από πυρκαγιά και να μην έχει μείνει τίποτα.

Άλλοτε το έβλεπε μεγάλο και όμορφο σαν βίλα.

Έβλεπε και την δημοσιά του χωριού αλλιώς, με σπίτια νέα κτισμένα κοντά στο δικό της, και ένοιωθε λύπη που το πούλησε τώρα που έγινε τόσο καλή γειτονιά εκεί.

Το σπίτι την κυνηγούσε γιατί κάτι ήθελε απ’ αυτήν.

Δεν ξέρω τι ήθελε, τι θέλει.

Γιατί πράγματα άψυχα, όπως ένα σπίτι, μπορούν και δίνουν τόσο πόνο και τόσο εφιάλτη σε ανθρώπους .

Μήπως το σπίτι αυτό δεν ήταν μόνο πέτρες και τσιμέντο αλλά και κάτι άλλο πιο βαθύ και δύσκολο να το βρει και να το ονοματίσει.

Το σπίτι της που το έχτισε και το πούλησε εγκαταλελειμμένο, ήταν τα ματαιωμένα όνειρα μιας ζωής.

Μια ματαίωση που μπορεί να οφείλονταν στην αδυναμία της η στην έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα.

Πηγή: https://www.fractalart.gr/

Μοιράσε το:

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Ειδοποίηση για τα Cookies

Ο ιστότοπός μας χρησιμοποιεί cookies. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι είστε ικανοποιημένοι με αυτό.